Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπακαλίστικος

/ba.kaˈli.sti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το μπακάλικο ή τον μπακάλη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου γίνεται με προχειρότητα και με βάση την εμπειρία Βικιλεξικό
    • μπακαλίστικος λογαριασμός
  3. μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από μικροψυχία και υπολογιστικό τρόπο σκέψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπακαλίστικος < μπακάλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπακαλίστικοςμπακαλίστικημπακαλίστικο
Γενικήμπακαλίστικουμπακαλίστικηςμπακαλίστικου
Αιτιατικήμπακαλίστικομπακαλίστικημπακαλίστικο
Κλητικήμπακαλίστικεμπακαλίστικημπακαλίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπακαλίστικοιμπακαλίστικεςμπακαλίστικα
Γενικήμπακαλίστικωνμπακαλίστικωνμπακαλίστικων
Αιτιατικήμπακαλίστικουςμπακαλίστικεςμπακαλίστικα
Κλητικήμπακαλίστικοιμπακαλίστικεςμπακαλίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →