Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπακάλης

/baˈka.lis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι Βικιλεξικό
    • Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου οι μπακάληδες, αφοί Λαγκούση στα Ταμπάχανα, ο Λώλος- παχουλός σαν καλοφουσκωμένο καρβέλι ψωμί- κι ο Μαρίνος- αδύνατος σα σκουράντζος-, γεροντοπαλίκαρα μέχρι το θάνατο τους (Αχαιών γεύσεις, Σοφία Π. Χριστοπούλου, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006, σελ. 13 https://books.google.gr/books?id=yfngAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&dq=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjg-erSgevmAhWMCuwKHfUKBi8Q6AEIMzAB)
    • Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)
    • Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
  2. μεταφορικάπου κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπακάλης < (άμεσο δάνειο) τουρκική bakkal + -ης < αραβική بقّال (bakkāl)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπακάληςμπακάληδες
Γενικήμπακάλημπακάληδων
Αιτιατικήμπακάλημπακάληδες
Κλητικήμπακάλημπακάληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →