Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπακιρτζής

/ba.ciɾˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκατασκευαστής μπακιριών, χάλκινων μαγειρικών σκευών Βικιλεξικό
    • Ήταν δεν ήταν δέκα η ώρα, αλλά έκανε ήδη ζέστη. Έξω, άκουγα τις ρυθμικές σφυριές των μπακιρτζήδων στο παζάρι. […]
    • Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.

Ετυμολογία

μπακιρτζής < τουρκική bakırcı < bakır + -cı, μπακίρ(ι) + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπακιρτζήςμπακιρτζήδες
Γενικήμπακιρτζήμπακιρτζήδων
Αιτιατικήμπακιρτζήμπακιρτζήδες
Κλητικήμπακιρτζήμπακιρτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →