Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαλαμουτιάζω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποκουβεντιάζω με κάποιον προσπαθώντας να τον πείσω για κάτι, να τον εξαπατήσω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφλερτάρω, ερωτοτροπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαλαμουτιάζω < μπαλαμούτι + -ιάζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →