Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαλαμούτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κόλπο, απάτη, ψέμα, εξαπάτηση, ιδιαίτερα σε χαρτοπαιξία Βικιλεξικό
    • Η είσοδος στο Κανόνι του απαγορευόταν ισοβίως και έβγαινε βρόμα ότι ο τύπος πήγε να παίξει μπαλαμούτι στο Καν-Καν, που ισοδυναμούσε με γενικο αποκλεισμό του απ' όλα τα καθαρά μπιτιρίνια και τα γνωστρά κέντρα διασκέδασης (Ιερώνυμος Λύκαρης, Η ζήλια είναι μαχαιριά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. ερωτικά χάδια, αγκαλιές, φιλιά, ερωτοτροπία Βικιλεξικό
    • ενώ οι πιο συντηρητικές απέκλειαν παραβίαση του παρθενικού υμένα, τον οποίο διαφύλασσαν δώρο αγνότητας στον μέλλοντα γαμπρό, και την ίδια ώρα εκθείαζαν το μπαλαμούτι και το «πινέλο», συνοδευόμενα από ένα βασιλικό γλείψιμο (Άννα Μιχαλιτσιάνου, Τελευταία διορία, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  3. μη συναινετικό χούφτωμα Βικιλεξικό
    • Κάποια στιγμή με στρίμωχνε και προσπαθούσε να με χουφτώσει. Η αντίστασή μου της έσπαγε τα νεύρα. Άρχισα τελικά να θεωρώ το μπαλαμούτι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλίας μας. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Ετυμολογία

μπαλαμούτι < σλαβικής προέλευσης balamut (πβ. ρωσικά баламут)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαλαμούτιμπαλαμούτια
Γενικήμπαλαμουτιούμπαλαμουτιών
Αιτιατικήμπαλαμούτιμπαλαμούτια
Κλητικήμπαλαμούτιμπαλαμούτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →