μπαλκονόπορτα
•
- πόρτα που οδηγεί σε μπαλκόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαλκονόπορτα < μπαλκόν(ι) + -ό- + πόρτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαλκονόπορτα | μπαλκονόπορτες |
| Γενική | μπαλκονόπορτας | μπαλκονοπορτών |
| Αιτιατική | μπαλκονόπορτα | μπαλκονόπορτες |
| Κλητική | μπαλκονόπορτα | μπαλκονόπορτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →