Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαμπέσικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με πανουργία, με δολιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαμπέσικος < μπαμπέσ(ης) < αλβανική pabesë + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπαμπέσικοςμπαμπέσικημπαμπέσικο
Γενικήμπαμπέσικουμπαμπέσικηςμπαμπέσικου
Αιτιατικήμπαμπέσικομπαμπέσικημπαμπέσικο
Κλητικήμπαμπέσικεμπαμπέσικημπαμπέσικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπαμπέσικοιμπαμπέσικεςμπαμπέσικα
Γενικήμπαμπέσικωνμπαμπέσικωνμπαμπέσικων
Αιτιατικήμπαμπέσικουςμπαμπέσικεςμπαμπέσικα
Κλητικήμπαμπέσικοιμπαμπέσικεςμπαμπέσικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →