μπαμπέσης
•
- άνθρωπος που είναι πανούργος, δόλιος, άτιμος, ύπουλος· (κυριολεκτικά) άτομο χωρίς μπέσα Βικιλεξικό
- 20ος αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books
- Έρωτας με χτύπησε τρελός χάνονται τα λόγια και οι λέξεις. Έρωτας με χτύπησε τρελός έρωτας με χτύπησε μπαμπέσης.
- Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα για να μου καταφέρει ο μπαμπέσης το προσχεδιασμένο πισώπλατο χτύπημά του. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
μπαμπέσης < (άμεσο δάνειο) αλβανική pabesë με τροπή του [p] σε [b], από τη συμπροφορά του άρθρου στην αιτιατική [ton-p] > [tomb] > [tom-b], (→ δείτε και τη λέξη παμπέσης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαμπέσης | μπαμπέσηδες |
| Γενική | μπαμπέση | μπαμπέσηδων |
| Αιτιατική | μπαμπέση | μπαμπέσηδες |
| Κλητική | μπαμπέση | μπαμπέσηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →