μπανίζω
•
- αργκόπαίρνω μάτι, κοιτάζω, παρακολουθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπανίζω < μπάνιο + -ίζω < ιταλική bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (αντιδάνειο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπανίζω | μπανίζεις | μπανίζει | μπανίζουμε | μπανίζετε | μπανίζουν / μπανίζουνε |
| Παρατατικός | μπάνιζα | μπάνιζες | μπάνιζε | μπανίζαμε | μπανίζατε | μπάνιζαν / μπανίζαν / μπανίζανε |
| Αόριστος | μπάνισα | μπάνισες | μπάνισε | μπανίσαμε | μπανίσατε | μπάνισαν / μπανίσαν / μπανίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπανίζω / θα μπανίσω | θα μπανίζεις / θα μπανίσεις | θα μπανίζει / θα μπανίσει | θα μπανίζουμε / θα μπανίσουμε | θα μπανίζετε / θα μπανίσετε | θα μπανίζουν / θα μπανίζουνε / θα μπανίσουν / θα μπανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπανίσει | έχεις μπανίσει | έχει μπανίσει | έχουμε μπανίσει | έχετε μπανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπανίσει | είχες μπανίσει | είχε μπανίσει | είχαμε μπανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπανίσει / να μπανίζω / να μπανίσω | να έχεις μπανίσει / να μπανίζεις / να μπανίσεις | να έχει μπανίσει / να μπανίζει / να μπανίσει | να έχουμε μπανίσει / να μπανίζουμε / να μπανίσουμε | να έχετε μπανίσει / να μπανίζετε / να μπανίσετε | να μπανίζουν / να μπανίζουνε / να μπανίσουν / να μπανίσουνε |
| Προστακτική | — | μπάνιζε / μπάνισε | — | — | μπανίζετε / μπανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →