Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάνιο

/ˈba.ɲo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πλύσιμο του σώματος Βικιλεξικό
    • είχα τρεις μήνες να κάνω μπάνιο και είχα βρωμίσει
  2. η κολύμβηση για αναψυχή Βικιλεξικό
    • Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)
    • κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στο νησί μου για μπάνια
  3. το δωμάτιο του λουτρού Βικιλεξικό
    • μπες στο μπάνιο και έρχομαι να σε λούσω
  4. κατ’ επέκτασητο πλύσιμο κάποιου υλικού (εκτός από το ρουχισμό) Βικιλεξικό
  5. κατ’ επέκτασητο δοχείο μαζί με το ανάλογο περιεχόμενο υγρό για "βάψιμο" υλικών με ηλεκτρόλυση ή για πλύσιμο Βικιλεξικό
  6. κατ’ επέκτασηη διαδικασία "βαψίματος" των υλικών με ηλεκτρόλυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάνιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάνιομπάνια
Γενικήμπάνιουμπάνιων
Αιτιατικήμπάνιομπάνια
Κλητικήμπάνιομπάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →