μπαούλο
•
- μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαούλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική baule < λατινική baiulo < baiulus (αχθοφόρος, μεταφορέας) < (αβέβαιη ετυμολογία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαούλο | μπαούλα |
| Γενική | μπαούλου | μπαούλων |
| Αιτιατική | μπαούλο | μπαούλα |
| Κλητική | μπαούλο | μπαούλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →