μπαράζ
•
- παρόμοιες δράσεις ή ενέργειες, η μία μετά την άλλη Βικιλεξικό
- καταιγισμός Βικιλεξικό
- μπαράζ προστίμων
- καταβολή μεγάλης προσπάθειας, λίγο πριν από την τελική επίτευξη ενός στόχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαράζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική barrage < barrer + -age < barre
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →