Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαράζ

/baˈɾaz/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρόμοιες δράσεις ή ενέργειες, η μία μετά την άλλη Βικιλεξικό
  2. καταιγισμός Βικιλεξικό
    • μπαράζ προστίμων
  3. καταβολή μεγάλης προσπάθειας, λίγο πριν από την τελική επίτευξη ενός στόχου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαράζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική barrage < barrer + -age < barre

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →