φάση
•
- στάδιο ή περίοδος εξέλιξης φαινομένου ή γεγονότος σε διαδοχική σειρά Βικιλεξικό
- όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
- προφορικόπερίοδος, στιγμή Βικιλεξικό
- προφορικόφλερτάρισμα ή ερωτική επαφή χωρίς συναισθηματική συνέχεια Βικιλεξικό
- Είχε γίνει μια φάση με μια φίλη της σε ένα πάρτυ.
- αθλητισμόςσυμβάν σε αθλητικό αγώνα συνηθέστερα ομαδικού αθλήματος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- Η ομάδα έκανε πολλές φάσεις αλλά τελικά έμεινε στο μηδέν.
- αστρονομίακαθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων, όψεις που παρατηρούνται διαδοχικά και κυκλικά και εξαρτώνται από τη θέση των σωμάτων αυτών σε σχέση με τον Ήλιο ή με τη Γη Βικιλεξικό
- οι φάσεις της Σελήνης, οι φάσεις της Aφροδίτης / του Ερμή
- μηχανικήμέγεθος που εκφράζει τη θέση ενός περιοδικού ταλαντωτή τη χρονική στιγμή t ως προς τη θέση ισορροπίας του ταλαντωτή. Βικιλεξικό
- χημείακατάσταση ενός υλικού, στερεή, υγρή ή αέρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάση < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική phase < νεολατινική phasis < αρχαία ελληνική φάσις < φαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάση | φάσεις |
| Γενική | φάσης | φάσεων |
| Αιτιατική | φάση | φάσεις |
| Κλητική | φάση | φάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →