μπαρουταποθήκη
•
- πυριτιδαποθήκη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαποθήκη για πυρομαχικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάχώρος που είναι επικίνδυνος να εκραγεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαρουταποθήκη < μπαρούτ(ι) + αποθήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαρουταποθήκη | μπαρουταποθήκες |
| Γενική | μπαρουταποθήκης | μπαρουταποθηκών |
| Αιτιατική | μπαρουταποθήκη | μπαρουταποθήκες |
| Κλητική | μπαρουταποθήκη | μπαρουταποθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →