Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαρουταποθήκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πυριτιδαποθήκη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαποθήκη για πυρομαχικά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχώρος που είναι επικίνδυνος να εκραγεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαρουταποθήκη < μπαρούτ(ι) + αποθήκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαρουταποθήκημπαρουταποθήκες
Γενικήμπαρουταποθήκηςμπαρουταποθηκών
Αιτιατικήμπαρουταποθήκημπαρουταποθήκες
Κλητικήμπαρουταποθήκημπαρουταποθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →