μπαρούτι
•
- η πυρίτιδα Βικιλεξικό
- ※ (…) ήταν αδύνατον να γίνουν μάχες, μόνο ο απόηχος έφτανε ως εδώ, (…) και τα μπαρούτια είχαν γίνει ανάρπαστα (Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία) Βικιλεξικό
- Χρειάζεται επεξεργασία* Βικιλεξικό
- Χρειάζεται επεξεργασία*) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαρούτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική باروت (τουρκική barut) < περσική باروت (bârut) < ελληνιστική κοινή πυρίτης < πῦρ (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *péh₂ur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαρούτι | μπαρούτια |
| Γενική | μπαρουτιού | μπαρουτιών |
| Αιτιατική | μπαρούτι | μπαρούτια |
| Κλητική | μπαρούτι | μπαρούτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →