Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαρούτι

/baˈɾu.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η πυρίτιδα Βικιλεξικό
  2. ※ (…) ήταν αδύνατον να γίνουν μάχες, μόνο ο απόηχος έφτανε ως εδώ, (…) και τα μπαρούτια είχαν γίνει ανάρπαστα (Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία) Βικιλεξικό
  3. Χρειάζεται επεξεργασία* Βικιλεξικό
  4. Χρειάζεται επεξεργασία*) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαρούτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική باروت (τουρκική barut) < περσική باروت (bârut) < ελληνιστική κοινή πυρίτης < πῦρ (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *péh₂ur

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαρούτιμπαρούτια
Γενικήμπαρουτιούμπαρουτιών
Αιτιατικήμπαρούτιμπαρούτια
Κλητικήμπαρούτιμπαρούτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →