μπαστακώνομαι
•
- παραμένω κάπου, χωρίς την θέληση άλλου/άλλων, και γίνομαι φορτικός, ενοχλητικός Βικιλεξικό
- χτες, που λες, ήρθαν ξαφνικά κάποιοι μακρινοί συγγενείς στο εργαστήριο και μου μπαστακώθηκαν όλο το πρωί, οπότε δεν μπόρεσα να τελειώσω τη δουλειά σου
Ετυμολογία
μπαστακώνομαι < μπάστακας + -ώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαστακώνομαι | μπαστακώνεσαι | μπαστακώνεται | μπαστακωνόμαστε | μπαστακώνεστε | μπαστακώνονται |
| Παρατατικός | μπαστακωνόμουν / μπαστακωνόμουνα | μπαστακωνόσουν / μπαστακωνόσουνα | μπαστακωνόταν / μπαστακωνότανε | μπαστακωνόμασταν / μπαστακωνόμαστε | μπαστακωνόσασταν / μπαστακωνόσαστε | μπαστακωνόντουσαν / μπαστακώνονταν |
| Αόριστος | μπαστακώθηκα | μπαστακώθηκες | μπαστακώθηκε | μπαστακωθήκαμε | μπαστακωθήκατε | μπαστακωθήκαν / μπαστακωθήκανε / μπαστακώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μπαστακωθώ / θα μπαστακώνομαι | θα μπαστακωθείς / θα μπαστακώνεσαι | θα μπαστακωθεί / θα μπαστακώνεται | θα μπαστακωθούμε / θα μπαστακωνόμαστε | θα μπαστακωθείτε / θα μπαστακώνεστε | θα μπαστακωθούν / θα μπαστακωθούνε / θα μπαστακώνονται |
| Παρακείμενος | έχω μπαστακωθεί | έχεις μπαστακωθεί | έχει μπαστακωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαστακωθεί | είχες μπαστακωθεί | είχε μπαστακωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαστακωθεί / να μπαστακωθώ / να μπαστακώνομαι | να έχεις μπαστακωθεί / να μπαστακωθείς / να μπαστακώνεσαι | να έχει μπαστακωθεί / να μπαστακωθεί / να μπαστακώνεται | να μπαστακωθούμε / να μπαστακωνόμαστε | να μπαστακωθείτε / να μπαστακώνεστε | να μπαστακωθούν / να μπαστακωθούνε / να μπαστακώνονται |
| Προστακτική | — | μπαστακώνου / μπαστακώσου | — | — | μπαστακωθείτε / μπαστακώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →