μπατζανάκαινα
•
- οικογένειαη σύζυγος του αδερφού του συζύγου Βικιλεξικό
- οικογένειαη σύζυγος του αδερφού της συζύγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπατζανάκαινα < μπατζανάκ(ης) + -αινα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατζανάκαινα | μπατζανάκαινες |
| Γενική | μπατζανάκαινας | μπατζανακαινών |
| Αιτιατική | μπατζανάκαινα | μπατζανάκαινες |
| Κλητική | μπατζανάκαινα | μπατζανάκαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →