μπαχάρι
•
- μπαχαρικόείδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι Βικιλεξικό
- Το τάγιζεν η μάνα του / ψωμί με το μπαχάρι (ταχτάρισμα δημοτικό) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- οποιοδήποτε μπαχαρικό Βικιλεξικό
- Τα μπαχάρια αδυνατίζουν (εφημερίδα Τα Νέα, Ένθετο «Υγεία», 3 Ιουλ. 2008)
Ετυμολογία
μπαχάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bahar < αραβική بهار (bahār, καρύκευμα) < περσική بهار (bahâr, άνοιξη, ανθός) < μέση περσική wahār ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαχάρι | μπαχάρια |
| Γενική | μπαχαριού | μπαχαριών |
| Αιτιατική | μπαχάρι | μπαχάρια |
| Κλητική | μπαχάρι | μπαχάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →