μπαϊράκι
•
- το λάβαρο, η σημαία (πολεμική) Βικιλεξικό
- Ὁ Κωσταντὴς ξεμπούκαρε, σούρνοντας τὰ παληκάρια του, μὲ μπαϊράκι ξεδιπλωμένο. Τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μπαϊραχτάρη του, τὸ κάρφωσε στὸ δῶμα. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)
- δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
Ετυμολογία
μπαϊράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بیراق (τουρκική bayrak) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαϊράκι | μπαϊράκια |
| Γενική | μπαϊρακιού | μπαϊρακιών |
| Αιτιατική | μπαϊράκι | μπαϊράκια |
| Κλητική | μπαϊράκι | μπαϊράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →