Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαϊρακτάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοστρατιώτης ή άλλος τιτλούχος που κουβαλάει και έχει την ευθύνη της σημαίας Βικιλεξικό
    • δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
  2. Αλβανός φύλαρχος Βικιλεξικό
  3. αυταρχικός μάγκας (από τον στρατιωτικό Δημήτριο Μπαϊρακτάρη (1832–1904) ο οποίος, όταν διορίστηκε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών το 1893, συνελάμβανε χωρίς στοιχεία τους τότε γραφικούς παρανόμους (κουτσαβάκηδες) και τους εξευτέλιζε δημοσίως πριν τους φυλακίσει) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαϊρακτάρης < (άμεσο δάνειο) τουρκική bayraktar (σημαιοφόρος) + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαϊρακτάρηςμπαϊρακτάρηδες
Γενικήμπαϊρακτάρημπαϊρακτάρηδων
Αιτιατικήμπαϊρακτάρημπαϊρακτάρηδες
Κλητικήμπαϊρακτάρημπαϊρακτάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →