μπεκρούλιασμα
•
- μειωτικότο να γίνεται κανείς μπεκρής ή να φέρεται σαν μπεκρής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεκρούλιασμα < μπεκρουλιάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεκρούλιασμα | μπεκρουλιάσματα |
| Γενική | μπεκρουλιάσματος | μπεκρουλιασμάτων |
| Αιτιατική | μπεκρούλιασμα | μπεκρουλιάσματα |
| Κλητική | μπεκρούλιασμα | μπεκρουλιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →