μπετονιέρα
•
- μηχάνημα με περιστρεφόμενο κάδο στον οποίο αναμειγνύονται τα υλικά που χρειάζονται για την παρασκευή του μπετόν Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηόχημα με περιστρεφόμενο κάδο το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά έτοιμου σκυροδέματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπετονιέρα < (άμεσο δάνειο) γαλλική bétonnière + κατάληξη θηλυκού -α < béton + n + -ière (-ιέρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπετονιέρα | μπετονιέρες |
| Γενική | μπετονιέρας | — |
| Αιτιατική | μπετονιέρα | μπετονιέρες |
| Κλητική | μπετονιέρα | μπετονιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →