μπετόν
•
- τεχνολογίαμείγμα από άμμο, τσιμέντο και χαλίκι, που χρησιμοποιείται στην οικοδόμηση: το βάζουμε ρευστό π.χ. για θεμέλια ή πλάκες του πεζοδρομίου, και γίνεται συμπαγές μέσα σε λίγη ώρα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μπετό (λαϊκότροπο)
- στον πληθυντικόμπετά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπετόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική béton < λατινική bitumen (άσφαλτος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →