μπιζ
•
- μπιζάρισμα Βικιλεξικό
- οικείοείδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού, κατά το οποίο κάποιος κρύβει με το ένα χέρι του τα μάτια και στο άλλο του ελεύθερο χέρι δέχεται χτύπημα από τους υπόλοιπους παίχτες, προσπαθώντας να μαντέψει ποιος τον χτύπησε Βικιλεξικό
- Ένα παιδί έκρυβε τα μάτια του (μάνα) καιένα άλλο από τα υπόλοιπα το χτυπούσε. Όλοι φώναζαν «τζιζ» ή «μπιζ» και σήκωναν το ένα χέρι. Η «μάνα» τότε άνοιγε τα μάτια και έλεγε ποιο μπορεί να ήταν αυτό που το χτύπησε. Αν το έβρισκε έκανε αυτό τη «μάνα». Αν όχι, συνέχιζε το ίδιο παιδί. Μιλάμε για πολύ ξεπλάτισμα (http://www.zwglopi.gr/files/T-74.pdf)
Ετυμολογία
μπιζ < (άμεσο δάνειο) γαλλική bis < λατινική bis # μπιζ < (ηχομιμητική λέξη) (ή < τζιζ < αλβανική xixë < (ηχομιμητική λέξη))
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →