μπογιατζής
•
- επάγγελμαβαφέας· επαγγελματίας ή εργάτης που ασχολείται με τη βαφή κτηρίων, o ελαιοχρωματιστής Βικιλεξικό
- χλευαστικάαδέξιος ζωγράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπογιατζής < μπογιά + -τζής, από (άμεσο δάνειο) τουρκική boyacı
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπογιατζής | μπογιατζήδες |
| Γενική | μπογιατζή | μπογιατζήδων |
| Αιτιατική | μπογιατζή | μπογιατζήδες |
| Κλητική | μπογιατζή | μπογιατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →