μπολσεβικισμός
•
- πολιτικήη ιδεολογία των μπολσεβίκων και η πολιτική πρακτική του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ μετά την Ρωσική Επανάσταση Βικιλεξικό
- πολιτικήο κομμουνισμός / σοσιαλισμός κατά την προσέγγιση κι εφαρμογή του στην ΕΣΣΔ μετά την Ρωσική Επανάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπολσεβικισμός < μπολσεβίκος + -ισμός (< γαλλική bolchevique) < ρωσική большевик (bolʹševík) < больше (bólʹše) + -еви́к (-evík)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπολσεβικισμός | μπολσεβικισμοί |
| Γενική | μπολσεβικισμού | μπολσεβικισμών |
| Αιτιατική | μπολσεβικισμό | μπολσεβικισμούς |
| Κλητική | μπολσεβικισμέ | μπολσεβικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →