Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπολσεβικισμός

/bol.se.vi.ciˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήη ιδεολογία των μπολσεβίκων και η πολιτική πρακτική του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ μετά την Ρωσική Επανάσταση Βικιλεξικό
  2. πολιτικήο κομμουνισμός / σοσιαλισμός κατά την προσέγγιση κι εφαρμογή του στην ΕΣΣΔ μετά την Ρωσική Επανάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπολσεβικισμός < μπολσεβίκος + -ισμός (< γαλλική bolchevique) < ρωσική большевик (bolʹševík) < больше (bólʹše) + -еви́к (-evík)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπολσεβικισμόςμπολσεβικισμοί
Γενικήμπολσεβικισμούμπολσεβικισμών
Αιτιατικήμπολσεβικισμόμπολσεβικισμούς
Κλητικήμπολσεβικισμέμπολσεβικισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →