Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπολσεβίκος

/bol.seˈvi.kos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήοπαδός του μπολσεβικισμού, αυτός που ανήκει στην πτέρυγα της πλειοψηφίας του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που διασπάστηκε το 1903 Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοο κομμουνιστής Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο άνθρωπος που είναι επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας, που ρέπει σε ριζικές επαναστατικές λύσεις, ο ατίθασος, ο ζωηρός Βικιλεξικό
    • Εγώ είμαι η μπολσεβίκα, με τ’ αλάνια θα γλεντώ, / ρετσίνα θα ρουφάω, γλυκά θα τραγουδάω, / μεγαλεία δεν ψηφάω και τους μάγκες θ’ αγαπώ. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Παναγιώτη Τούντα, 1934)

Ετυμολογία

μπολσεβίκος (< γαλλική bolchevique ) < ρωσική большевик (bolʹševík) < больше (bólʹše) + -еви́к (-evík)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπολσεβίκοςμπολσεβίκοι
Γενικήμπολσεβίκουμπολσεβίκων
Αιτιατικήμπολσεβίκομπολσεβίκους
Κλητικήμπολσεβίκε / μπολσεβίκομπολσεβίκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →