μπομπάρδα
•
- ιστορίαλιθοβόλο κανόνι της μεσαιωνικής εποχής που πετούσε βλήματα στα τείχη πολιουρκούμενης πόλης με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: λομπάρδα / λουμπάρδα / λομβάρδα, παρωχημένο ή μεσαιωνικό: βομβάρδα
- ιστορίαπαλιότερος τύπος πλοίου με κανόνια Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: βομβάρδα (καθαρεύουσα)
- παρωχημένομεσαιωνικό πνευστό μουσικό όργανο που έμοιαζε με όμποε ή φαγκότο Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοβαλβίδα, πιστόνι ή ρετζίστρο του εκκλησιαστικού οργάνου που ελέγχει την παραγωγή συγκεκριμένου χαρακτηριστικού ηχοχρώματος που θυμίζει από ομάδα αυλών (σωλήνων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπομπάρδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπομπάρδα < ιταλική bombarda < μεσαιωνική ή υστερολατινική bombarda (καταπέλτης), θηλυκό του bombardus παράγωγο του < λατινική bombus < αρχαία ελληνική βόμβος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπομπάρδα | μπομπάρδες |
| Γενική | μπομπάρδας | — |
| Αιτιατική | μπομπάρδα | μπομπάρδες |
| Κλητική | μπομπάρδα | μπομπάρδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →