μπουγαδιάζω
•
- κάνω μπουγάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουγαδιάζω < μπουγάδα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουγαδιάζω | μπουγαδιάζεις | μπουγαδιάζει | μπουγαδιάζουμε | μπουγαδιάζετε | μπουγαδιάζουν / μπουγαδιάζουνε |
| Παρατατικός | μπουγάδιαζα | μπουγάδιαζες | μπουγάδιαζε | μπουγαδιάζαμε | μπουγαδιάζατε | μπουγάδιαζαν / μπουγαδιάζαν / μπουγαδιάζανε |
| Αόριστος | μπουγάδιασα | μπουγάδιασες | μπουγάδιασε | μπουγαδιάσαμε | μπουγαδιάσατε | μπουγάδιασαν / μπουγαδιάσαν / μπουγαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα μπουγαδιάζω / θα μπουγαδιάσω | θα μπουγαδιάζεις / θα μπουγαδιάσεις | θα μπουγαδιάζει / θα μπουγαδιάσει | θα μπουγαδιάζουμε / θα μπουγαδιάσουμε | θα μπουγαδιάζετε / θα μπουγαδιάσετε | θα μπουγαδιάζουν / θα μπουγαδιάζουνε / θα μπουγαδιάσουν / θα μπουγαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουγαδιάσει | έχεις μπουγαδιάσει | έχει μπουγαδιάσει | έχουμε μπουγαδιάσει | έχετε μπουγαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουγαδιάσει | είχες μπουγαδιάσει | είχε μπουγαδιάσει | είχαμε μπουγαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουγαδιάσει / να μπουγαδιάζω / να μπουγαδιάσω | να έχεις μπουγαδιάσει / να μπουγαδιάζεις / να μπουγαδιάσεις | να έχει μπουγαδιάσει / να μπουγαδιάζει / να μπουγαδιάσει | να έχουμε μπουγαδιάσει / να μπουγαδιάζουμε / να μπουγαδιάσουμε | να έχετε μπουγαδιάσει / να μπουγαδιάζετε / να μπουγαδιάσετε | να μπουγαδιάζουν / να μπουγαδιάζουνε / να μπουγαδιάσουν / να μπουγαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | μπουγάδιαζε / μπουγάδιασε | — | — | μπουγαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπουγαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →