Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουγάδα

/buˈɣa.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πλύσιμο των ρούχων Βικιλεξικό
    • το πρόγραμμα έχει μπουγάδα για σήμερα
  2. συνεκδοχικάτα ρούχα που πλύθηκαν Βικιλεξικό
    • Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)
    • Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Ετυμολογία

μπουγάδα < μεσαιωνική ελληνική μπουγάδα < βενετική bugada < δημώδης λατινική *būcāta < φραγκική *būkō (βυθίζω, πλένω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουγάδαμπουγάδες
Γενικήμπουγάδαςμπουγάδων
Αιτιατικήμπουγάδαμπουγάδες
Κλητικήμπουγάδαμπουγάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →