Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουζούκι

/buˈzu.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικό όργανοέγχορδο μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές Βικιλεξικό
    • Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
  2. στον πληθμπουζούκια: ορχήστρα που περιέχει ως σολιστικό όργανο το μπουζούκι Βικιλεξικό
  3. στον πληθμπουζούκια: το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης Βικιλεξικό
    • θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)
  4. μεταφορικάάνθρωπος βλάκας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουζούκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bozuk (Από τη φράση bozuk düzen=χαλασμένο χόρδισμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουζούκιμπουζούκια
Γενικήμπουζουκιούμπουζουκιών
Αιτιατικήμπουζούκιμπουζούκια
Κλητικήμπουζούκιμπουζούκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →