μπουζούκι
•
- μουσικό όργανοέγχορδο μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές Βικιλεξικό
- Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
- στον πληθμπουζούκια: ορχήστρα που περιέχει ως σολιστικό όργανο το μπουζούκι Βικιλεξικό
- στον πληθμπουζούκια: το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης Βικιλεξικό
- θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)
- μεταφορικάάνθρωπος βλάκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουζούκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bozuk (Από τη φράση bozuk düzen=χαλασμένο χόρδισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουζούκι | μπουζούκια |
| Γενική | μπουζουκιού | μπουζουκιών |
| Αιτιατική | μπουζούκι | μπουζούκια |
| Κλητική | μπουζούκι | μπουζούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →