μπουκαδόρος
•
- είδος κλέφτη που εισέρχεται (μπουκάρει) στα οικήματα από ξεκλείδωτες πόρτες, ανοιχτά παράθυρα, φεγγίτες, μπαλκονόπορτες και, γενικότερα, από μη ασφαλισμένα σημεία, τα οποία δε χρειάζεται να παραβιάσει κατά την είσοδό του στο χώρο Βικιλεξικό
- Μην ξεχνάτε ποτέ: Ο Μπουκαδόρος δ ε ν είναι Διαρήκτης. Ο Μπουκαδόρος δ ε ν κάνει Διάρηξη.
Ετυμολογία
μπουκαδόρος < μπουκ(άρω) + -αδόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουκαδόρος | μπουκαδόροι |
| Γενική | μπουκαδόρου | μπουκαδόρων |
| Αιτιατική | μπουκαδόρο | μπουκαδόρους |
| Κλητική | μπουκαδόρε | μπουκαδόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →