μπουκάρω
•
- λαϊκότροπομπαίνω, εισέρχομαι, συνήθως απότομα, ξαφνικά, κάνω έφοδο Βικιλεξικό
- και πάνω που θα βούταγα το χρυσαφικό, μπουκάρανε οι μπάτσοι
- ναυτικός όροςορμάω και σπρώχνω, γεμίζω Βικιλεξικό
- μπουκάρουν τα πανιά (όταν τα φουσκώνει και τα γεμίζει ο άνεμος)
- ναυτικός όροςμπαίνω σε λιμάνι για λίγο, για ανεδοφιασμό ή άλλο λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουκάρω < βενετική imbocar (το σημερινή ιταλική imboccare) < im- + λατινική bucca → δείτε και τη λέξη μπούκα
Άλλοι τύποι
μπουκάρισαμπούκαρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →