Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουκάρω

/buˈka.ɾo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροπομπαίνω, εισέρχομαι, συνήθως απότομα, ξαφνικά, κάνω έφοδο Βικιλεξικό
    • και πάνω που θα βούταγα το χρυσαφικό, μπουκάρανε οι μπάτσοι
  2. ναυτικός όροςορμάω και σπρώχνω, γεμίζω Βικιλεξικό
    • μπουκάρουν τα πανιά (όταν τα φουσκώνει και τα γεμίζει ο άνεμος)
  3. ναυτικός όροςμπαίνω σε λιμάνι για λίγο, για ανεδοφιασμό ή άλλο λόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουκάρω < βενετική imbocar (το σημερινή ιταλική imboccare) < im- + λατινική bucca → δείτε και τη λέξη μπούκα

Άλλοι τύποι

μπουκάρισαμπούκαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →