μπουνιά
•
- χτύπημα με το χέρι σφιγμένο σε γροθιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουνιά < (άμεσο δάνειο) ιταλική pugno < λατινική pugnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *puǵ-no- < *peuǵ-, *peuḱ- (συγγενές με την αρχαία ελληνική πυγμή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουνιά | μπουνιές |
| Γενική | μπουνιάς | μπουνιών |
| Αιτιατική | μπουνιά | μπουνιές |
| Κλητική | μπουνιά | μπουνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →