μπουσουλώ
•
- συνήθως για μικρό παιδίπερπατώ με τα τέσσερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουσουλώ < αρωμουνική αμπουσιλάρε / abušiláre=«τὸ βαίνειν τετραποδητί» ::ή < μπούσουλας + -άω / -ώ («προσπαθώ να προσανατολιστώ, κινούμαι αβέβαια».) ::Έχει προταθεί και: < αρωμουνική bušulunda < αλβανική bishulla (με τα τέσσερα), αλλά στα σχετικά λεξικά δεν βρίσκονται τα συγκεκριμένα λήμματα!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →