μπουφετζής
•
- επάγγελμαυπάλληλος ή το άτομο που φροντίζει το μπουφέ σε συνεστιάσεις Βικιλεξικό
- ιδιοκτήτης ή υπάλληλος κυλικείου Βικιλεξικό
- ειδικότεραυπάλληλος μπαρ, καφετέριας, αναψυκτηρίου κ.λπ. που εξειδικεύεται στην προετοιμασία ροφημάτων και διαφόρων μικρών πιάτων με εδέσματα, που παρασκευάζει φρέσκους χυμούς και σερβίρει γλυκίσματα ή παγωτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουφετζής < μπουφές + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουφετζής | μπουφετζήδες |
| Γενική | μπουφετζή | μπουφετζήδων |
| Αιτιατική | μπουφετζή | μπουφετζήδες |
| Κλητική | μπουφετζή | μπουφετζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →