μπούκλα
•
- κομμωτικήμια τούφα (κατσαρών) μαλλιών Βικιλεξικό
- Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
- γενικότερατούφα από μαλλί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούκλα < (άμεσο δάνειο) γαλλική boucle + -α < παλαιά γαλλική boucle / bocle < λατινική buccula, υποκοριστικό του bucca, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeHw- (φυσώ, φουσκώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούκλα | μπούκλες |
| Γενική | μπούκλας | — |
| Αιτιατική | μπούκλα | μπούκλες |
| Κλητική | μπούκλα | μπούκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →