Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπούλης

/ˈbu.lis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοο μπέμπης (θηλυκό μπούλα) Βικιλεξικό
    • και χαϊδευτικό όνομα Μπούλης
  2. μεταφορικάανώριμος ενήλικας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκακομαθημένο παιδί Βικιλεξικό
  4. νεολογισμόςαυτός που κάνει μπούλινγκ, που ασκεί φυσική, λεκτική ή ψυχολογική βία στους άλλους· που κάνει νταηλίκια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπούλης < περικοπή του μπεμπούλης υποκοριστικό του μπέμπης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπούληςμπούληδες
Γενικήμπούλημπούληδων
Αιτιατικήμπούλημπούληδες
Κλητικήμπούλημπούληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →