μπούλης
•
- σπάνιοο μπέμπης (θηλυκό μπούλα) Βικιλεξικό
- και χαϊδευτικό όνομα Μπούλης
- μεταφορικάανώριμος ενήλικας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακομαθημένο παιδί Βικιλεξικό
- νεολογισμόςαυτός που κάνει μπούλινγκ, που ασκεί φυσική, λεκτική ή ψυχολογική βία στους άλλους· που κάνει νταηλίκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούλης < περικοπή του μπεμπούλης υποκοριστικό του μπέμπης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούλης | μπούληδες |
| Γενική | μπούλη | μπούληδων |
| Αιτιατική | μπούλη | μπούληδες |
| Κλητική | μπούλη | μπούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →