Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπούρδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ακατανόητος ή χωρίς περιεχόμενο λόγος ή φράση Βικιλεξικό
    • Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

μπούρδα < ισπανική burda

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπούρδαμπούρδες
Γενικήμπούρδας—
Αιτιατικήμπούρδαμπούρδες
Κλητικήμπούρδαμπούρδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →