μπράβος
•
- μειωτικόσωματοφύλακας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπράβος < μεσαιωνική ελληνική μπράβος < ιταλική bravo < δημώδης λατινική *bravus < λατινική pravus («φαύλος, διεστραμμένος, πονηρός (με σημασιολογική βελτίωση)») ή < δημώδης λατινική *brabus < λατινική barbarus < αρχαία ελληνική βάρβαρος (αντιδάνειο))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπράβος | μπράβοι |
| Γενική | μπράβου | μπράβων |
| Αιτιατική | μπράβο | μπράβους |
| Κλητική | μπράβε | μπράβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →