Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπράβο

/ˈbɾa.vo/ουσιαστικό
•
  1. μπράβος στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπράβο < ιταλική bravo < δημώδης λατινική *bravus < λατινική pravus («φαύλος, διεστραμμένος, πο­νηρός (με σημασιολογική βελτίωση)») ή < δημώδης λατινική *brabus < λατινική barbarus < αρχαία ελληνική βάρβαρος (αντιδάνειο))

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μπράβο

/ˈbɾa.vo/επιφώνημα
•
  1. εύγε - χρησιμοποιείται για να δηλώνει έπαινο, επιδοκιμασία Βικιλεξικό
    • μπράβο, τι ωραία εργασία!
  2. ειρωνικόγια να δηλώσει αποδοκιμασία Βικιλεξικό
    • μωρέ μπράβο συμπεριφορά!

Ετυμολογία

μπράβο < ιταλική bravo < δημώδης λατινική *bravus < λατινική pravus («φαύλος, διεστραμμένος, πο­νηρός (με σημασιολογική βελτίωση)») ή < δημώδης λατινική *brabus < λατινική barbarus < αρχαία ελληνική βάρβαρος (αντιδάνειο))

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →