Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπράτσο

/ˈbɾa.t͡so/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώμασυνώνυμο του βραχίονας Βικιλεξικό
    • Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)
    • Ψώμματα λές, διαόλου γυιέ, ἡ γειτονιά σοῦ τὸ πε· 'πές μου σημάδια τοῦ κορμιοῦ ν' ἀνοίξω να 'μπης μέσα «Ἔχεις ἐλῃὰ ἐς τὸ μπράτσο σου καὶ ἐλῃὰ ἐς τὴν ἀμασκάλη» . ἔχεις καὶ εἰς τὸ στῆθός σου τ' ἄστρο καὶ τὸ φεγγάρι»
  2. τμήμα καθίσματος για στήριξη των χεριών Βικιλεξικό
    • τα μπράτσα της καρέκλας/της πολυθρόνας
  3. μουσικήταστιέρα έγχορδου οργάνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπράτσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική braccio < λατινική bracchium < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπράτσομπράτσα
Γενικήμπράτσουμπράτσων
Αιτιατικήμπράτσομπράτσα
Κλητικήμπράτσομπράτσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →