μπράτσο
•
- ανθρώπινο σώμασυνώνυμο του βραχίονας Βικιλεξικό
- Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)
- Ψώμματα λές, διαόλου γυιέ, ἡ γειτονιά σοῦ τὸ πε· 'πές μου σημάδια τοῦ κορμιοῦ ν' ἀνοίξω να 'μπης μέσα «Ἔχεις ἐλῃὰ ἐς τὸ μπράτσο σου καὶ ἐλῃὰ ἐς τὴν ἀμασκάλη» . ἔχεις καὶ εἰς τὸ στῆθός σου τ' ἄστρο καὶ τὸ φεγγάρι»
- τμήμα καθίσματος για στήριξη των χεριών Βικιλεξικό
- τα μπράτσα της καρέκλας/της πολυθρόνας
- μουσικήταστιέρα έγχορδου οργάνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπράτσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική braccio < λατινική bracchium < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπράτσο | μπράτσα |
| Γενική | μπράτσου | μπράτσων |
| Αιτιατική | μπράτσο | μπράτσα |
| Κλητική | μπράτσο | μπράτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →