μπρούμυτος
•
- με το μπροστινό μέρος του σώματός του προς το έδαφος, προς τα κάτω Βικιλεξικό
- Ο Mακρέι, που είχε χάσει την ισορροπία του και έπεφτε μπρούμυτος στο παρκέ, νόμιζε ότι το λέι-απ ήταν αστοχο και τραβούσε τα μαλλιά που δεν έχει! (*)
Ετυμολογία
μπρούμυτος < μπρούμυτα + -ος < μεσαιωνική ελληνική μπρόμυτα < πρόμυτα < πρό + μύτη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπρούμυτος | μπρούμυτη | μπρούμυτο |
| Γενική | μπρούμυτου | μπρούμυτης | μπρούμυτου |
| Αιτιατική | μπρούμυτο | μπρούμυτη | μπρούμυτο |
| Κλητική | μπρούμυτε | μπρούμυτη | μπρούμυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπρούμυτοι | μπρούμυτες | μπρούμυτα |
| Γενική | μπρούμυτων | μπρούμυτων | μπρούμυτων |
| Αιτιατική | μπρούμυτους | μπρούμυτες | μπρούμυτα |
| Κλητική | μπρούμυτοι | μπρούμυτες | μπρούμυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →