πρηνής
•
- λόγιομε το μπροστινό μέρος του σώματός του προς το έδαφος, προς τα κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρηνής < αρχαία ελληνική πρηνής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρηνής | πρηνής | πρηνές |
| Γενική | πρηνούς | πρηνούς | πρηνούς |
| Αιτιατική | πρηνή | πρηνή | πρηνές |
| Κλητική | πρηνή / πρηνής | πρηνής | πρηνές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρηνείς | πρηνείς | πρηνή |
| Γενική | πρηνών | πρηνών | πρηνών |
| Αιτιατική | πρηνείς | πρηνείς | πρηνή |
| Κλητική | πρηνείς | πρηνείς | πρηνή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →