Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρηνής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιομε το μπροστινό μέρος του σώματός του προς το έδαφος, προς τα κάτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρηνής < αρχαία ελληνική πρηνής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρηνήςπρηνήςπρηνές
Γενικήπρηνούςπρηνούςπρηνούς
Αιτιατικήπρηνήπρηνήπρηνές
Κλητικήπρηνή / πρηνήςπρηνήςπρηνές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρηνείςπρηνείςπρηνή
Γενικήπρηνώνπρηνώνπρηνών
Αιτιατικήπρηνείςπρηνείςπρηνή
Κλητικήπρηνείςπρηνείςπρηνή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →