Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυγάκι

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομουποκοριστικό του μύγα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημικρό έντομο που μοιάζει με μυγούλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυγάκι < μύγα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμυγάκιμυγάκια
Γενική——
Αιτιατικήμυγάκιμυγάκια
Κλητικήμυγάκιμυγάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →