μύγα
•
- έντομομικρό έντομο μαύρου χρώματος με δύο φτερά και έξι πόδια, που ζει κυρίως σε κατοικημένους χώρους Βικιλεξικό
- Γέμισε το δωμάτιο μύγες, επειδή άφησα το παράθυρο ανοιχτό.
- Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
- έντομο που μοιάζει με τη μύγα Βικιλεξικό
- μύγα τσε τσε
Ετυμολογία
μύγα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μύγα < ελληνιστική κοινή μῦα < αρχαία ελληνική μυῖα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύγα | μύγες |
| Γενική | μύγας | μυγών |
| Αιτιατική | μύγα | μύγες |
| Κλητική | μύγα | μύγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →