Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυθοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την μυθοποίηση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυθοποιητικός < μυθοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθοποιητικόςμυθοποιητικήμυθοποιητικό
Γενικήμυθοποιητικούμυθοποιητικήςμυθοποιητικού
Αιτιατικήμυθοποιητικόμυθοποιητικήμυθοποιητικό
Κλητικήμυθοποιητικέμυθοποιητικήμυθοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθοποιητικοίμυθοποιητικέςμυθοποιητικά
Γενικήμυθοποιητικώνμυθοποιητικώνμυθοποιητικών
Αιτιατικήμυθοποιητικούςμυθοποιητικέςμυθοποιητικά
Κλητικήμυθοποιητικοίμυθοποιητικέςμυθοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →