μυθοποιώ
•
- κάνω κάποιον / κάτι μύθο αποδίδοντάς του ανάλογες ιδιότητες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηθαυμάζω κι εξυμνώ το χαρακτήρα και τις πράξεις κάποιου σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυθοποιώ < μυθοποιός (< μῦθος + -ποιος). Μορφολογικά αναλύεται σε μυθο- + ποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →