χαμπάρι
•
- το νέο, η είδηση, το μαντάτο Βικιλεξικό
- Ποια φουρτούνα θα με πνίξει / και ποιο κύμα άγριο / κι από κάποιο ακροθαλάσσι / το χαμπάρι μου θα φτάσει / σήμερα ή αύριο.
Ετυμολογία
χαμπάρι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική خبر (τουρκική haber) < αραβική خبر (xábar, γνωρίζω καλά, γνώση, είδηση) < ρίζα خ ب ر (ḵ-b-r)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαμπάρι | χαμπάρια |
| Γενική | χαμπαριού | χαμπαριών |
| Αιτιατική | χαμπάρι | χαμπάρια |
| Κλητική | χαμπάρι | χαμπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →