Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυστήριο

/miˈsti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιεροτελεστία για μυημένους Βικιλεξικό
    • τα Ελευσίνια Μυστήρια
  2. η καθεμία από τις επτά κύριες τελετές της χριστιανικής θρησκείας (βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Ευχαριστία, εξομολόγηση, ευχέλαιο, γάμος, ιεροσύνη) Βικιλεξικό
    • το μυστήριο του γάμου
    • Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
  3. κάτι που είναι ασύλληπτο για τον ανθρώπινο νου Βικιλεξικό
    • το κρυμμένο μυστήριο του σύμπαντος
    • είναι μυστήριο το πώς τα κατάφερε να αποδράσει

Ετυμολογία

μυστήριο < αρχαία ελληνική μυστήριον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμυστήριομυστήρια
Γενικήμυστήριου / μυστηρίουμυστηρίων
Αιτιατικήμυστήριομυστήρια
Κλητικήμυστήριομυστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →